πειρατεία

πειρατεία
Ληστρική πράξη που συνίσταται στην επίθεση εναντίον πλοίων με σκοπό τη λεηλασία τους. Οι αρχές της π. είναι πανάρχαιες. Φοίνικες πειρατές αναφέρονται από τη 2η χιλιετία π.Χ., ενώ ασσυριακές επιγραφές του 8ου και 7ου αι. π.Χ. πληροφορούν για πειρατές, O Όμηρος μιλά για πειρατικές ενέργειες των Ελλήνων κατά τον Τρωικό πόλεμο, όπως υπάρχουν και οι μαρτυρίες του Θουκυδίδη, του Πολυκράτη του Σαμίου και οι εκστρατείες των Bίκινγκς. Η ληστεία στη θάλασσα ήταν στενά συνδεδεμένη με το ναυτικό εμπόριο, μαζί με το οποίο αναπτύχθηκε και διαδόθηκε, κυρίως όταν οι κρατικοί οργανισμοί ήταν ατελείς ή ασθενείς, και οι πειρατικές ομάδες, συχνά μισθοφορικά οργανωμένες, έπαιρναν τη μορφή κράτους. Έτσι οι πειρατές της Αδριατικής, αν και χτυπήθηκαν πολλές φορές από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, εξαφανίστηκαν μόνο την εποχή του Αυγούστου. Oι πειρατές της Κιλικίας, που είχαν υποστηριχτεί από τους Ρωμαίους, για να χτυπήσουν τους στόλους των ελληνιστικών κρατών, συμμάχησαν με τον Μιθριδάτη και κατέστρεψαν έναν ρωμαϊκό στόλο στην Όστια. Από την αρχαιότερη ακόμα εποχή επιδίδονταν σε αυτήν απόκληροι της μοίρας, καταστρεμμένοι ναυτικοί και έμποροι, ναυτικοί στασιαστές και πολιτικοί φυγάδες. Η π. άνθησε επίσης το Μεσαίωνα, όταν συνδέθηκε με τις κατακτητικές επιχειρήσεις (Νορμανδοί, Άραβες) και, με την υποστήριξη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δημιούργησε αληθινά κράτη (βερβερικά κράτη ή της Μπαρμπαριάς), που εξαφανίστηκαν τον 19o αιώνα. Η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και η μεταφορά χρυσού από την Αμερική στην Ισπανία, μαζί με την πολιτική της άγριας καταστροφής των ιθαγενών πολιτισμών από τους Ισπανούς, έδωσαν την ευκαιρία να συγκροτηθούν στη θάλασσα των Αντιλών οι ισχυρότεροι πειρατικοί στόλοι της ιστορίας (μπουκανιέροι, φιλιμπουστιέροι, αδελφοί της Κόστας), επανδρωμένοι από πολλούς που είχαν κατορθώσει να ξεφύγουν από τα δικαστήρια της Ιερής Εξέτασης και από τους θρησκευτικούς πολέμους. Πάμπολλοι ουγενότοι και προτεστάντες έγιναν πειρατές. Στη νεότερη εποχή και έως τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, διαβόητοι ήταν οι Κινέζοι και Μαλαίοι πειρατές, που τους προστάτευαν συχνά οι τοπικές αρχές, γιατί έτσι ήταν δυνατό vα απαλλαγούν από την εσωτερική λατρεία. Μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο φαινόμενα πειρατείας εμφανίζονται σε πολλές θάλασσες, κυρίως όμως στις περιοχές της Νότιας Κίνας, στις ακτές της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής και στη Δυτική Αφρική. Η Διεθνής Οργάνωση Ναυτιλίας ανέφερε 200 πειρατικές επιθέσεις το 1991 μόνο στη Νοτιοανατολική Ασία (μεταξύ Σουμάτρας και Ιάβας). Ιδιαίτερης μορφής είναι η λεγόμενη αεροπειρατεία, που έχει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα και συνίσταται στον εξαναγκασμό αεροπλάνων να κατευθυνθούν προς τόπους διαφορετικούς από αυτούς που προβλέπει το δρομολόγιό τους. Η χρήση του όρου είναι στην περίπτωση αυτή ατυχής γιατί σκοπός της βίαιης πράξης δεν είναι η ληστεία, αλλά η διαφυγή από μια ορισμένη χώρα. Η αεροπειρατεία αναπτύχθηκε τις τελευτααίες δεκαετίες και ελάχιστες είναι οι χώρες που δεν τη γνώρισαν. πολεμική. π. Στην ελληνική γλώσσα δεν γίνεται διάκριση μεταξύ πειρατών και κουρσάρων και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους, πέρα από το ότι οι κουρσάροι είχαν την υποστήριξη της κυβέρνησής τους ή κάποιας άλλης. Στις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες –κυρίως των ναυτικών χωρών– γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ πειρατών και κουρσάρων. Στη δεύτερη περίπτωση γίνεται λόγος για πολεμική πειρατεία ή κούρσεμα. Πρόκειται για πολεμικές πράξεις που αποβλέπουν στο να παρενοχλούν και να παραλύουν τις θαλάσσιες μεταφορές των εμπολέμων και να ελέγχουν τις μεταφορές των ουδετέρων. Η πολεμική π. άρχισε τον 12o αι. στη Μεσόγειο, όταν συγκρούστηκαν μεταξύ τους οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες και κατά τις εκστρατείες εναντίον των μουσουλμάνων πειρατών. Οι επιθετικές αυτές ενέργειες, που από τον 13o αι. απλώθηκαν και στους ωκεανούς γίνονταν με εμπορικά πλοία ιδιωτών με τη ρητή ή σιωπηλή συγκατάθεση των εμπόλεμων κρατών (από τον 14o αι. η συγκατάθεση αυτή δινόταν με ειδικό δίπλωμα). Και επειδή υπήρχε η κυβερνητική έγκριση, το κούρσεμα εθεωρείτο διαφορετικό από την π., που γινόταν χωρίς κυβερνητική έγκριση και μόνο για ληστεία. Στη πράξη όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο καθαρά και πολλοί πειρατές αναγνωρίστηκαν από τις κυβερνήσεις τους και πήραν δίπλωμα κουρσάρου με τον όρο να χτυπούν μόνο εχθρικά πλοία. Έτσι, τα κουρσάρικα πλοία είχαν ενταχθεί βοηθητικά στις ναυτικές δυνάμεις των χωρών, με το δικαίωμα να χτυπούν και να καταστρέφουν εχθρικές βάσεις ή εχθρικά πλοία και να αρπάζουν το φορτίο τους. Τα κουρσάρικα μπορούσαν να σταματήσουν τα ουδέτερα πλοία και να ασκήσουν νηοψία. Σε περίπτωση ανάγκης είχαν επίσης την έγκριση να μπουν σε ουδέτερα λιμάνια για ανεφοδιασμό ή επισκευές. Για την περίπτωση σύγκρουσης με εχθρικά πολεμικά σκάφη, τα κουρσάρικα ήταν γερά οπλισμένα με κανόνια και είχαν πλήρωμα από πολεμιστές. Οι κουρσάροι ήταν υποχρεωμένοι –συχνά όμως μόνο θεωρητικά– να λογοδοτούν για τις πράξεις τους στα δικαστήρια της χώρας τους. Η πολεμική π. αναπτύχθηκε πολύ σε διάφορους πολέμους έως τις αρχές του 19ου αι. (πόλεμοι διαδοχής, Επταετής Πόλεμος, πόλεμος της Αμερικανικής Aνεξαρτησίας και πόλεμοι που ξέσπασαν μεταξύ της Γαλλικής επανάστασης και της πρώτης γαλλικής αυτοκρατορίας). Για τα μεγάλα κατορθώματά τους υπήρξαν πασίγνωστοι οι Άγγλοι κουρσάροι Τζον Χόκινς, Φράνσις Ντρέικ και Γουόλτερ Ρόλι και οι Γάλλοι Ρενέ Ντιγκέ-Τρουέν, Ζαν Μπαρ και Ρομπέρ Σιρκούφ. Στην περίοδο 1800-32, ο Γενοβέζος Τζουζέπε Μπαβάστρο διακρίθηκε στην υπηρεσία της Γαλλίας εναντίον των Άγγλων. Παρόμοια ήταν και η περίπτωση των Ελλήνων ναυτικών την ίδια περίοδο, όπως του Λάμπρου Κατσώνη, που έδρασε εναντίον των Τούρκων σε συνεργασία με τον ρωσικό στόλο. Έπειτα από πολλές προτάσεις, που η επιτυχία τους καθυστέρησε δεκαετίες, η πολεμική π. απαγορεύτηκε οριστικά από το συνέδριο του Παρισιού το 1856. Σε αναλογία με τον παλιό καιρό ονομάστηκε εσφαλμένα πειρατικός πόλεμος ναυτικών καταδρομών η δράση των Γερμανών εναντίον της συμμαχικής ναυτιλίας στους δύο μεγάλους πολέμους του 20ου αιώνα, κυρίως με εξοπλισμένα εμπορικά σκάφη. Στον A’ Παγκόσμιο πόλεμο, έδρασαν τα γερμανικά πλοία Emden, Karlsruhe, Mave και Wolf (τα τελευταία ήταν βοηθητικά καταδρομικά που τα χρησιμοποιούσαν ως ναρκοθέτιδες). Εναντίον τέτοιων πειρατικών πλοίων, που δρούσαν με εξαιρετική αποφασιστικότητα και ικανότητα και προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στη ναυτιλία, οι Άγγλοι αναγκάστηκαν πολλές φορές να κινητοποιήσουν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις για την καταδίωξή τους στους αχανείς ωκεανούς. Η συμμετοχή των υποβρυχίων στον λεγόμενο πόλεμο καταδρομών –ο οποίος στην αρχή φαινόταν πως θα εκμεταλλευόταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υποβρύχιου όπλου– εμποδίστηκε τόσο από το γεγονός ότι τα υποβρύχια είναι ευπρόσβλητα όταν βρίσκονται στην επιφάνεια όσο και από την εχθρότητα των ουδέτερων εναντίον της απεριόριστης χρήσης των υποβρυχίων. Μπουκανιέρος, πειρατές της Καραϊβικής του 18oυ aιώνα, τιμωρούν σκλάβο, σε χαλκογραφία της εποχής.
* * *
ἡ, ΝΜΑ [πειρατεύω]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πειρατεύω, το έργο τού πειρατή, η ληστεία στη θάλασσα
νεοελλ.
1. κάθε ληστεία ή άλλη πράξη βίας για ιδιωτικούς σκοπούς και χωρίς επίσημη κρατική εξουσιοδότηση, η οποία εκδηλώνεται στον διεθνή θαλάσσιο χώρο, οπότε λέγεται ναυτοπειρατεία, ή στον διεθνή εναέριο χώρο, οπότε λέγεται αεροπειρατεία
2. (γεωμορφ.) διαβρωσιγενής υφαρπαγή ενός υδάτινου ρεύματος από το υδρογραφικό δίκτυο ενός άλλου ρεύματος, η οποία προκαλείται από την εκτροπή τού τελευταίου μέσα στο πρώτο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πειρατεία — η 1. η πράξη ή το επάγγελμα του πειρατή. 2. η ληστεία στη θάλασσα, κούρσεμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ληστικός — λῃστικός, ή, όν (Α) [ληστής] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους ληστές ή στους πειρατές, ο κατάλληλος για ληστεία ή πειρατεία, πειρατικός («λῃστικόν ποτε πλοῑον ἔχων ἐλῄζετο τοὺς συμμάχους», Δημοσθ.) 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ λῃστική η ληστεία 3.… …   Dictionary of Greek

  • πειρατικός — ή, ό / πειρατικός, ή, όν, ΝΜΑ [πειρατής] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πειρατεία ή στους πειρατές, ο κουρσάρικος («πειρατικά πλοία») νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το πειρατικό το πλοίο τών πειρατών, κουρσάρικο 2. φρ. «πειρατικός σταθμός»… …   Dictionary of Greek

  • τριπολίτιδα — Μια από τις 3 επαρχίες της Λιβύης (έκταση 353.000 τ. χλμ., περ. 1.000.000 κάτ.). Πρωτεύουσα της επαρχίας είναι η Τρίπολη. Η Τ. περιλαμβάνει κυρίως ένα ξηρό οροπέδιο, που δέχεται ελάχιστες βροχές. Στα Β βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα, στα ΝΔ… …   Dictionary of Greek

  • Άγιον Όρος ή Άθως — Πολιτεία μοναχών (2.262 κάτ.) που άνθησε ιδιαίτερα στους βυζαντινούς χρόνους. Το Ά.Ό. είναι βουνό με άφθονα δάση (2.033 μ.), στη νότια άκρη της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής, από το οποίο ονομάστηκε έτσι και η χερσόνησος (332,5 τ. χλμ.).… …   Dictionary of Greek

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Βίκινγκς ή Νορμανδοί — Οι κάτοικοι των σκανδιναβικών χωρών που, ως θαλασσοπόροι, πολεμιστές, πειρατές και έμποροι, εξορμούσαν στις θάλασσες και στις ακτές της βόρειας Ευρώπης από τον 7o έως τον 11o αι., φτάνοντας μέχρι την Ισλανδία, τη Γροιλανδία και το Λαμπραντόρ. Οι… …   Dictionary of Greek

  • Γερακάρης, Λιβέριος ή Λιμπεράκης — (1645; – 1697). Μπέης της Μάνης. Νεαρός ακόμα, ύστερα από αιματηρές οικογενειακές έριδες, στράφηκε προς την πειρατεία και έγινε γρήγορα ο φόβος και ο τρόμος των πλοίων και των παραλίων της Μεσογείου, έως ότου πιάστηκε από τους Τούρκους και… …   Dictionary of Greek

  • Κυκλάδες — Νησιωτικό σύμπλεγμα και νομός (2.572 τ. χλμ., 112.615 κάτ.) της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με πρωτεύουσα την Ερμούπολη (11.799 κάτ.). Οι Κ. καταλαμβάνουν το κεντρικό και νότιο τμήμα του Αιγαίου πελάγους. Εκτείνονται με κατεύθυνση ΒΔ προς ΝΑ και… …   Dictionary of Greek

  • Λυμπεράκης, Γερακάρης — (1645 – 1696). Μπέης της Μάνης και πειρατής. Καταγόταν από μεγάλη οικογένεια της Μάνης, όμως οι τοπικές αντιδικίες τον ώθησαν από μικρή ηλικία στον τυχοδιωκτισμό. Αρχικά υπηρέτησε στον στόλο της Βενετίας και αργότερα επιδόθηκε στην πειρατεία,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”